Μία παραγγελιά που πνίγηκε στο αίμα! (vids)


Η ιστορία του Νίκου Κοεμτζή που υποδύθηκε ο Αντώνης Αντωνίου


Τα ξημερώματα της 25ης Φεβρουαρίου του 1973, στο νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα» ο Νικόλαος Κοεμτζής ήρθε στα χέρια με θαμώνες του κέντρου, με αφορμή μια «παραγγελιά» για ένα ζεϊμπέκικο. Ο απολογισμός τραγικός: τρεις νεκροί, οκτώ τραυματίες, και δυο άνθρωποι – ο δράστης και ο αδερφός του – στη φυλακή.

Ο Νίκος Κοεμτζής βρέθηκε στο νυχτερινό κέντρο εκείνο το βράδυ μαζί με τον μικρότερο αδερφό του, Δημοσθένη, ο οποίος και έκανε «μια παραγγελιά» από την ορχήστρα για να χορέψει τις «βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη. Στο μαγαζί όμως, βρισκόντουσαν και τρεις ασφαλίτες, οι οποίοι γνώριζαν τη συγγένεια του ατόμου που «έκανε την παραγγελιά» με τον Κοεμτζή, ο οποίος είχε απασχολήσει στο παρελθόν τις αρχές και είχε στοχοποιηθεί λόγω των πολιτικών θέσεων μελών της οικογένειάς του.

Οι τρεις άντρες της Ασφάλειας πάτησαν τον ιερό άγραφο νόμο της εποχής, που επέβαλλε να χορεύει μοναχά αυτός που ζήτησε την «παραγγελιά» και άρχισαν να χορεύουν γύρω από τον Δημοσθένη.

Ο Κοεμτζής ξεσπά, ουρλιάζοντας «Παραγγελιά, ρε!», βγάζει μαχαίρι. Οι τρεις ασφαλίτες πέφτουν νεκροί, ενώ ακόμα 8 άτομα τραυματίστηκαν. Ο Τύπος της εποχής τον χαρακτήρισε κτήνος και συχνά αναφερόταν σε εγκληματίες ως κοεμτζήδες.

Τρεις φορές σε θάνατο καταδικάστηκε ο Νίκος Κοεμτζής για το μακελειό της νύχτας εκείνης, σε τριετή φυλάκιση ο αδελφός του Δημοσθένης, ενώ αθωώθηκε ο τρίτος της παρέας Θωμάς Κορομάνης. Ο Nίκος Κοεμτζής καταδικάστηκε για τρεις ανθρωποκτονίες: των Εμμ. Χριστοδουλάκη, Δημ. Πεγιά και I. Κούρτη και τις 8 απόπειρες ανθρωποκτονιών κατά θαμώνων του κέντρου, και για τρία χρόνια ζούσε καθημερινά με την απειλή της εκτέλεσής του.

Τελικά, ήταν ο πρώτος που γλίτωσε τη ζωή του με την κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα, οπότε η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Λόγω της εποχής, των οικογενειακών του φρονημάτων και του ποινικού του ιστορικού αρχικά πέρασε πολύ άσχημα μέσα στη φυλακή, αλλά αργότερα ο γνωστός αρχιφύλακας του Κορυδαλλού Αντώνης Αραβαντινός δήλωσε πως ο Κοεμτζής ήταν «ο μεγάλος του δάσκαλος». Στις 31 Μαρτίου 1996, μετά από 23 χρόνια στη φυλακή, το Δικαστικό Συμβούλιο της Πάτρας αποφυλάκισε τον μετανοημένο 58χρονο Νίκο Κοεμτζή υπό όρους. Έκτοτε, και μέχρι το τέλος της ζωής του, ζούσε πουλώντας την αυτοβιογραφία του που συνέγραψε μέσα στη φυλακή (Νίκος Κοεμτζής – Το μακρύ ζεϊμπέκικο), υπογράφοντας αφιερώσεις στην πρώτη σελίδα, στο κέντρο της Αθήνας, αφού ο Δήμος Αθηναίων του παραχώρησε άδεια μικροπωλητού.



Η αυτοβιογραφία

«Ονομάζομαι Νίκος Κοεμτζής, γεννήθηκα στο Αιγίνειο Κατερίνης...», έτσι ξεκινά η αυτοβιογραφία του, στην οποία εξιστορεί τα παιδικά του χρόνια, την κακοποίηση που είδε ως παιδί να υφίσταται ο κομουνιστής πατέρας του και ο ανάπηρος βετεράνος παππούς του από τους ένστολους αστυνομικούς, αλλά και τον πόλεμο που του γινόταν γενικά από την Αστυνομία. Περιγράφει ακόμα την προφυλάκισή του στις Φυλακές Κορυδαλλού και τη συνάντηση του με τον αδελφό του και το φίλο του είχε κι αυτός τραυματιστεί από το μαχαίρι του, την κακή υγεία του, αφού δεν μπορούσε να περπατήσει από τις σφαίρες που του είχαν ρίξει στα πόδια οι αστυνομικοί όταν τον συνέλαβαν.

«... στο μυαλό μου στριφογυρίζανε χίλιες σκέψεις. Έψαχνα να βρω μια λύση να διορθώσω το κακό που σκόρπισα... Υπέφερα τρομερά και προσπαθούσα απεγνωσμένα να ξεχωρίσω μια εικόνα από τη σφαγή, και δεν μπορούσα. Κι ούτε τώρα μπορώ, αν κι αγωνίζομαι ακόμα. ... Ως φαίνεται, την ώρα που σκορπούσα το θάνατο χωρίς να δουλεύει το μυαλό μου και κινιόμουν σαν ένα ρομπότ, με είχε κυριέψει ο δαίμονας ή το κτήνος που φωλιάζει μέσα μου...», γράφει για εκείνη την μοιραία νύχτα. Το βιβλίο κλείνει με έναν λιτό επίλογο: «…Τον Μάρτιο του 1977 τρεις αρχιφύλακες μου ανάγγειλαν ότι είχα κατέβει από τον θάνατο, λεγοντάς μου: “Η πολιτεία έδειξε κατανόηση· τώρα εξαρτάται από σένα να γίνεις καλύτερος”. Τους απάντησα ότι χειρότερος μπορεί να γινόμουν, καλύτερος όχι. Πριν κατέβω στα ισόβια, το Υπουργείο Δικαιοσύνης επί κυβερνήσεως Καραμανλή διέταξε τη μεταγωγή μου από τις φυλακές Ηρακλείου Κρήτης στις πειθαρχικές φυλακές κολάσεως της Κέρκυρας. Έμεινα στην κόλαση από τις 21 Ιουλίου 1976 μέχρι το 1982. … Αποφυλακίστηκα στις 29 Μαρτίου 1996.».

Ο Διονύσης Σαββόπουλος, διάβασε το βιβλίο του Νίκου Κοεμτζή και, εμπνευσμένος από την ιστορία του, έγραψε το τραγούδι «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», στο οποίο και περιγράφει τη ζωή του. Από τα πρώτα του βήματα στην Κατερίνη, μέχρι τη στιγμή της έκρηξης στη "Νεράιδα" και τις δολοφονίες. Ο σκηνοθέτης Παύλος Τάσιος, με τη σειρά του, εμπνευσμένος από το τραγούδι του Σαββόπουλου έκανε την ταινία "Παραγγελιά".





Η ταινία

Γυρισμένη το 1980 η ταινία είναι μια από τις πρώτες ταινίες που κατέγραψαν με ρεαλισμό την νυχτερινή ζωή της λαϊκής Αθήνας την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Επίσης, όπως ο «Αγγελος» του Γιώργου Κατακουζηνού που γυρίστηκε λίγο αργότερα, ή ο «Ιωάννης ο βίαιος» της Τώνιας Μαρκετάκη έκανε αίσθηση ακριβώς επειδή άντλησε το θέμα της από μια τραγωδία που έκανε τρομερό θόρυβο στις εφημερίδες και γενικότερα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
«Ιταλία, όπως λέμε Γουχάν»: Πόλεις φαντάσματα – «Ο κόσμος ψωνίζει σαν να είναι σε… πόλεμο»

Οι σκηνές στο σκυλάδικο όπου η τραγωδία κορυφώνεται είναι τόσο βαθιά βουτηγμένες μέσα στον καπνό, το ποτό ,το φτηνό λαϊκό άσμα, το σπασμένο πιάτο, τα φτηνό γυναικείο άρωμα τα κουρασμένα πρόσωπα και το σάπιο γαρύφαλλο που ο θεατής νιώθει κυριολεκτικά να ασφυκτιά σε σημείο που το ξέσπασμα του Νίκου (όπως απλώς λέγεται ο Αντώνης Αντωνίου) καταλήγει να είναι λυτρωτικό.

Αργότερα, η κάμερα των Κώστα Παπαγιαννάκη και Σάκη Μανιάτη αλωνίζει στους δρόμους της Αθήνας ακολουθώντας τον Αντώνη Αντωνίου (Κοεμτζή) στην αμήχανη φυγή του που θα καταλήξει στην σύλληψη όταν τον ρουφιανεύουν. Το φιλμ που αποτελεί ντεμπούτο στον κινηματογράφο για τον Αντώνη Καφετζόπουλο (παίζει τον Δήμο, νεώτερο αδελφό του Νίκου) φιλοξένησε μια στρατιά ηθοποιών σε μικρούς ρόλους, από την Θέμιδα Μπαζάκα, τον Χρήστο Τσάγκα, την Σοφία Ρούμπου και τον Γιώργο Κοτανίδη, μέχρι τον Νικήτα Τσακίρογλκου, την Ολια Λαζαρίδου, την Βίκυ Βανίτα, τον Μάνο Κατράκη και την τότε σύζυγο του Τάσιου, την Κατερίνα Γώγου, η οποία ενδιαμέσως διαβάζει ποιήματα με εφιαλτικούς στίχους όπως «η ζωή μας είναι σουγιαδιές σε βρώμικα αδιέξοδα/ σάπια δόντια/ ξεθωριασμένα συνθήματα/ μπάσο βεστιάριο/ μυρουδιές από κάτουρο /αντισηπτικά και χαλασμένα σπέρματα».

Όλα αυτά συνέβαλλαν στην δημιουργία ενός κινηματογραφικού σοκ για το κοινό της εποχής, που αγκάλιασε την «Παραγγελιά» με 196.186 εισιτήρια Α’ προβολής και πέντε βραβεία στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Β’ καλύτερης ταινίας, ά ανδρικής ερμηνείας (Α. Αντωνίου), μουικής (Κυριάκος Σφέτσας), μοντάζ (Γιάννης Τσιτσόπουλος) και ηχοληψίας (Ηλίας Ιονέσκο).
Αργότερα όμως, άρχισαν να φαίνονται πάνω στην ταινία τα σημάδια του χρόνου και σήμερα, αν κοιτάξεις την ταινία με ψυχραιμία παρατηρείς τις ατέλειές της. Χωρίς τον θόρυβο του αυθεντικού γεγονότος, πολύ φοβούμαι ότι η «Παραγγελιά» δεν θα είχε κάνει την αίσθηση που έκανε.

Ο ρόλος που ανέδειξε τον Αντώνη Αντωνίου

Ο χαρακτήρας του Νίκου Κοεμτζή ήταν από τους ρόλους ζωής που είχε ενσαρκώσει σε αυτήν την ταινία ο Αντώνης Αντωνίου. «Μου άρεσαν πάντα οι δύσκολοι ρόλοι που πρέπει να ανέβεις πολύ δρόμο για να τους προσεγγίσεις και να τους φτάσεις. Ένας ρόλος που τον θυμάμαι και μου αρέσει, είναι αυτός της “Παραγγελιάς”. Έχω πολύ καλές σχέσεις όμως με όλους τους ήρωες μου...», μου είχε εκμυστηρευτεί σε συνέντευξη στο Sportdog.gr ο ηθοποιός, ο οποίος είχε υποδυθεί με τη δική του προσέγγιση τον ισοβίτη.

Το τέλος του Κοεμτζή

Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 στο Μοναστηράκι, σε ηλικία 73 ετών. Ο θάνατός του προήλθε από έμφραγμα, που έπαθε την ώρα που πουλούσε βιβλία στο τραπεζάκι του: οι διασώστες του ΕΚΑΒ, που έφτασαν με μοτοσικλέτες, ειδοποίησαν ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει στην Πολυκλινική. Οι γιατροί προσπάθησαν να τον κρατήσουν στη ζωή, αλλά δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την ανακοπή


Με πληροφορίες από tvxs, tovima.gr, sportdog.gr, wikipedia, greek-movies.com

Σχόλια